Vom armen B.B.

Vom armen B.B.

Ich, Bertolt Brecht, bin aus den schwarzen Wäldern.
Meine Mutter trug mich in die Städte hinein
Als ich in ihrem Leibe lag. Und die Kälte der Wälder
Wird in mir bis zu meinem Absterben sein.

In der Asphaltstadt bin ich daheim. Von allem Anfang
Versehen mit jedem Sterbsakrament:
Mit Zeitung. Und Tabak. Und Branntwein.
Misstrauisch und faul und zufrieden am End.

Ich bin zu den Leuten freundlich. Ich setze
Einen steifen Hut auf nach ihrem Brauch.
Ich sage: Es sind ganz besonders riechende Tiere
Und ich sage: Es macht nichts, ich bin es auch.

In meine leeren Schaukelstühle vormittags
Setze ich mir mitunter ein paar Frauen
Und ich betrachte sie sorglos und sage ihnen:
In mir habt ihr einen, auf den könnt ihr nicht bauen.

Gegen Abend versammle ich um mich Männer
Wir reden uns da mit “Gentlemen” an.
Sie haben ihre Füße auf meinen Tischen
Und sagen: Es wird besser mit uns. Und ich frage nicht: Wann?

Gegen Morgen in der grauen Frühe pissen die Tannen
Und ihr Ungeziefer, die Vögel, fängt an zu schrein.
Um die Stunde trink ich mein Glas in der Stadt aus und schmeiße
Den Tabakstummel weg und schlafe beunruhigt ein.

Wir sind gesessen, ein leichtes Geschlechte
In Häusern, die für unzerstörbare galten
(So haben wir gebaut die langen Gehäuse des Eilands Manhattan
Und die dünnen Antennen, die das Atlantische Meer unterhalten).

Von diesen Städten wird bleiben: der durch sie hindurchging, der Wind!
Fröhlich machet das Haus den Esser: er leert es.
Wir wissen, daß wir Vorläufige sind
Und nach uns wird kommen: nichts Nennenswertes.

Bei den Erdbeben, die kommen werden, werde ich
hoffentlich Meine Virginia nicht ausgehen lassen durch Bitterkeit
Ich, Bertolt Brecht, in die Asphaltstädte verschlagen
Aus den schwarzen Wäldern in meiner Mutter infrüher Zeit.

Jörg Themistokles Kartakis und auf griechischhttp://www.youtube.com/watch?v=Ms3wI3ShbTw

http://www.musicpaper.gr/we-saw/item/2515-stage#.UWAA0Ffke8E Από την εμφάνιση του Θάνου Μικρούτσικου με την Ρίτα Αντωνοπούλου στην μουσική σκηνή Ρυθμός σε μι…
  •  
Advertisements

Δέκα ποιήματα

Paul Celan, Δέκα ποιήματα (μτφρ-σχόλια-επιμέλεια: Γιώργος Καρτάκης)

Κατηγορία: Μεταφραστικό Εργαστήρι, καταχώρηση από: Σωτήρης Παστάκας

 

*
Όταν δεν ξέρω , δεν ξέρω ,
χωρίς εσένα , χωρίς εσένα , χωρίς Εσύ,

έρχονται τότε όλοι αυτοί ,
οι
αυτοαποκεφαλισμένοι , που
ισόβια ανεγκέφαλοι τη φυλή
των Χωρίς – Εσύ
υμνούσαν :

Αshrej ,

μια λέξη δίχως νόημα ,
μεταθηβετιανή ,
της Εβραίας
Αθηνάς
Παλλάδας
στις κρανοφόρες
ωοθήκες πιτσιλισμένη ,

κι όταν αυτός ,

αυτός ,

έμβρυο ,

δενδεν των Καρπαθίων αρπίζει ,

τότε στο κοπανέλι
δαντέλα πλέκει
η Αλλεμάντα

το αθάνατο
τραγούδι
που ξερνοβολά.

Σχόλια
1. [Αshrej ] , Εβραϊκά : ‘’σωτηρία ‘’. Λέξη με την οποία ξεκινούν πολλοί βιβλικοί ψαλμοί . Η γερμανική εκδοχή ‘’ Heil ‘’ απευθύνονταν στον Χίτλερ.
2. [των Καρπαθίων ]. Η Μπουκοβίνα , ιδιαίτερη πατρίδα του Celan στο βορειοανατολικό άκρο των Καρπαθίων , έπαψε να υπάρχει μετά την μετεγκατάσταση του γερμανικού και την θανάτωση του εβραϊκού πληθυσμού της.
3. [Αλλεμάντα ] . Γαλλικά : η Γερμανίδα ( Αllemande ).
4. Ο Celan δεν έχει σε όλο του το έργο αποκαλέσει ονομαστικά την Γερμανία ή τους κατοίκους της , εκτός από δυο φορές ΄ η μια από αυτές είναι στη “Φούγκα του Θανάτου‘ ο στίχος ‚ ο θάνατος είναι μάστορας από τη Γερμανία “.

 

*

Των γλάρων οι νεοσσοί , ασημόχρωμοι ,
εκλιπαρώντας επαιτούν απ ΄ το ενήλικο πουλί :
την κόκκινη βούλα στο κάτω
ράμφος , που είναι κίτρινη.

Μαύρο – μια απομίμηση
κεφαλιού σ ΄ το επιδεικνύει –
θα ήταν ένα ισχυρότερο θέλγητρο . Μα και το μπλε
είναι αποτελεσματικό , όμως δεν
κάνει την διαφορά το χρώμα :
πρέπει να είναι μια
γοητευτική μορφή , μια ακέραια ,
πλήρως
διαρθρωμένη ,
με μια κληρονομιά καθορισμένη.

……………………………………………………

Φίλε ,
περιχυμένε πίσσα κοπρίτη , εσύ ,
κι εδώ , σε τούτη
την ακτή , καταλήγεις
και στων δυο , χρόνου κι αιωνιότητας , τον
λάθος
λαιμό.

*
ΕΝΑΣ ΚΟΚΚΟΣ ΑΜΜΟΥ

Πέτρα , απ ΄ όπου σε πελέκησα ,
όταν η νύχτα τα δάση της αφάνιζε :
μορφή δέντρου σού έδωσα
και σε κάλυψα
με το καστανό τού ασθενέστερου λόγου μου
όπως μέσα σε φλούδα –

Ένα πουλί ,
ξεγλιστρώντας από το πιο στρόγγυλο δάκρυ ,
σαν τα φύλλα κινείται από πάνω σου:

μπορείς να περιμένεις ,
μέχρι να αχνοφέξει ανάμεσα σ ΄ όλα τα μάτια για χάρη σου
ένας κόκκος άμμου ,
αυτός που με βοήθησε να ονειρευτώ
όταν καταβυθίστηκα , για να σε βρω –

παρασύρεσαι προς τη ρίζα του
που σου δίνει φτερά , όταν το χώμα από θάνατο πυρώνει ,
τεντώνεσαι μπροστά ,
κι εγώ αιωρούμαι εμπρός σου όπως φύλλο
που ξέρει πού ανοίγουν οι πύλες.

*
ΚΑΙ ΤΑ ΩΡΑΙΑ

Και τα ωραία που τράβηξες , και τα μαλλιά
που τραβάς :
ποιό χτένι
θα τα καλοχτενίσει πάλι , τα ωραία μαλλιά ;
Ποιό χτένι
σε τίνος το χέρι ;

Και οι πέτρες που σώριασες ,
αυτές που σωριάζεις :
τις σκιές πού θα ρίξουν ,
και πόσο μακριά ;

Κι ο αέρας που από πάνω περνά ,
κι ο αέρας :
θα αρπάξει μια πέτρα απ ΄ αυτές ,
να την αποδώσει σε σένα ;

*
ΜATI TOY ΧΡΟΝΟΥ

Αυτό είναι το μάτι του χρόνου :
λοξοκοιτάζει
κάτω από επτάχρωμο φρύδι .
γλύφουν φωτιές το βλέφαρο του,
το δάκρυ του είναι ατμός .

Τυφλό το αστέρι πλησιάζει πετώντας
και λιώνει πάνω στις καυτές βλεφαρίδες του :
ζεσταίνει στον κόσμο ,
και οι νεκροί
πετούν μπουμπούκια και ανθίζουν.

*

Εκεί που με ξέχασα μέσα σου ,
έγινες σκέψη,

κάτι
διαπερνά και τους δυο μας
βουίζοντας :
του κόσμου η πρώτη
από τις τελευταίες
φτερούγες,

καλύπτει τρίχωμα
το τρικυμισμένο μου
στόμα ,

εσύ
δεν
συν –
έρχεσαι.

*
ΣΗΜΕΡΑ ΚΑΙ ΑΥΡΙΟ

Έτσι στέκομαι , πετρωμένος , πλάι
στην απόσταση , αυτήν που σ’ οδήγησα :

Σκαμμένες
από σύννεφα άμμου οι δυο
εσοχές στο κάτω άκρο του μετώπου.
Σκοτάδι μέσα τους ,
προϊόν παρατήρησης.

Ολόκληρο πάλλεται
από σιωπηλά σφυριά στον αέρα
το σημείο ,
αυτό που μ’ ακούμπησε το φτερωτό μάτι .

Πίσω του ,
στον τοίχο παράμερα,
το σκαλοπάτι
που οκλάζει ,
ό, τι έχει ανέλθει στη μνήμη.

Και εδώ
μια φωνή διαρρέει ,δωρολήπτης της νύχτας ,
απ’ όπου τη μέθη αντλείς.

*
TENEBRAE

Πλησίον είμαστε ,Κύριε ,
πλησίον και απτοί.

Ειλημμένοι ,Κύριε , ήδη ,
με νύχια μεταξύ μας γαντζωμένοι , σα να ΄ τανε
το σώμα καθενός μας
σώμα σου ,Κύριε.

Δεήσου , Κύριε ,
δεήσου υπέρ ημών ΄
είμαστε κοντά .

Σκεβροί από τον αέρα βαδίζαμε ,
πηγαίναμε στη λακκούβα να σκύψουμε ,
στη γούβα με το νερό .

Στην ποτίστρα πηγαίναμε ,Κύριε.

Ήταν αίμα , ήταν ,
αυτό που μέσα της έριξες , Κύριε .

Έλαμπε.

Στα μάτια την εικόνα σου μας εκτίναξε , Κύριε .
Μάτια και στόμα μένουν ορθάνοικτα και άδεια , Κύριε .
Ήπιαμε , Κύριε .
Το αίμα και την εικόνα που ήταν στο αίμα , Κύριε.

Δεήσου , Κύριε .
Είμαστε κοντά.

1. [ TENEBRAE ] : Λατινικά . Το σκοτάδι , το έρεβος , η άβυσσος.
2. [ με νύχια μεταξύ μας γαντζωμένοι ], ineinander verkrallt , στο πρωτότυπο. Το ρήμα «verkrallen »( γαντζώνομαι ) ετυμολογείται από το ουσιαστικό « Kralle» : το νύχι (του ζώου)

*
ΓΛΩΣΣΙΚΟ ΠΛΕΓΜΑ

Οφθαλμοσφαιρικό εν μέσω ράβδων .

Παλίνδρομο ζώο το βλέφαρο
λάμνει προς τα πάνω,
ελευθερώνει ένα βλέμμα.

Ίρις , κολυμβήτρια , στερημένη ονείρων και θολή :
ο ουρανός , καρδιόφαιος , είναι μάλλον κοντά.

Διαγωνίως , εντός στομίου σιδηρού ,
πριονίδι αναδίδον καπνό .
Μέσω της αισθήσεως του φωτός
εικάζεις την ψυχή.

(Αν ήμουν όπως εσύ . Αν ήσουν όπως εγώ.
Δεν θα βρισκόμασταν
κάτω απ ΄ τον ίδιο αληγή άνεμο ;
Είμαστε ξένοι. )

Τα πλακίδια . Επί τούτων ,
εις πυκνή μεταξύ των διάταξη , οι δυο
καρδιόφαιοι λάκκοι :
δυο
σιωπές μεγέθους στόματος πλήρους .

1. [οφθαλμοσφαιρικό ], augenrund ,στο πρωτότυπο. Νεολογισμός. Σύνθετο επίθετο από: Αuge (το μάτι ) + n + rund ( στρογγυλός , σφαιρικός ): σφαιρικός σαν μάτι. Στο στίχο έχει ουσιαστικοποιηθεί και έχει θέση υποκειμένου : (κάτι ) σφαιρικό σαν μάτι.
2.[παλίνδρομο ζώο] , Flimmertier , στο πρωτότυπο. Σύνθετο ουσιαστικό : flimmern (αχνοφέγγω – στην βασική του έννοια- ) + Τier ( ζώο). Ωστόσο το ρήμα προσδιορίζει και την ακούσια κίνηση οργάνων ή λειτουργιών (Flimmerbewegung) , όπως των ματιών , της αναπνοής ή του τριχώματος των ζώων. Η δεύτερη αυτή μεταφραστική άποψη που επιλέχθηκε εδώ , φαίνεται να ενισχύεται και από τον στίχο «λάμνει προς τα πάνω » που ακολουθεί.
3. [καρδιόφαιος], herzgrau,στο πρωτότυπο. Νεολογισμός.

*

TODTNAUBERG

Άρνικα , Ευφρασία, η
πόση από την πηγή με το
τετράγωνο αστέρι από πάνω ,

στην αλπική
καλύβα ,

η εγγραφή
-τίνος το όνομα είχε γραφτεί
πριν το δικό μου ; –
η αράδα στο βιβλίο
για την προσδοκία, σήμερα ,
μιας λέξης ενός στοχαστή
που θα ΄ ρθει
στην καρδιά,

δασικές καμπύλες , ανισόπεδες ,
ορχιδέα και ορχιδέα , μεμονωμένες ,

χοντροκουβέντες , κατά τη διαδρομή ,
σαφώς ,

αυτός που μας οδηγεί , ο άνθρωπος ,
που τις ακούει κι αυτός ,

τα μισο –
πατημένα ξυλό –
σκαλα στο τυρφώδες χώμα ,

υγρασία ,
πολλή.

1.Ο Celan βρέθηκε στη Γερμανία μεταξύ 22. 7 και 2 .8. 1967. Στις 25. 7. Επισκέφθηκε τον Μ. Heidegger στον Μέλανα Δρυμό ,όπου ο δεύτερος διατηρούσε μια αλπική καλύβα.
2.[Todtnauberg ]. Τοπωνύμιο. «Το βουνό του θανάτου». Αξίζει να σημειωθεί η ηχητική ομοιότητα της λέξης με την επωνυμία της εταιρίας χωματουργικών εργασιών ‘’ Τodt ‘’ , στην οποία εργάζονταν αιχμάλωτοι Εβραίοι . Στην ίδια εταιρία είχαν εργαστεί και οι γονείς του
του Celan ως αιχμάλωτοι του στρατοπέδου συγκέντρωσης.
3.[ Άρνικα , Ευφρασία]. Ονόματα θεραπευτικών φυτών.
4. [με το τετράγωνο αστέρι ]. Στην αυλή της αλπικής καλύβας υπάρχει πηγή πόσιμου νερού
με τη διακόσμηση ενός τετράγωνου ξύλινου αστεριού.

Blutschuld

1.7.4.3 georg trakl: blutschuld

Textkette
Ausgewählt und ins Griechische übersetzt von 
Jörg Themistokles Kartakis

 im Auftrag von Jan Kuhlbrodt fürs Liken von Peter Hille

Jede Person, welche bei diesem Gedicht hier „gefällt mir“ klickt, bekommt von mir eine(n) AutorIn zugewiesen, sucht dann ein Gedicht von diesem Autor/dieser Autorin raus und postet es auf der eigenen Pinnwand, um so das Gedichte-Netz weiter zu spannen. Bitte nicht vergessen, diesen Text davor zu setzen.

Georg Trakl, Blutschuld

Es dräut die Nacht am Lager unsrer Küsse.
Es flüstert wo: Wer nimmt von euch die Schuld?
Noch bebend von verruchter Wollust Süße
Wir beten: Verzeih uns, Maria, in deiner Huld!

Aus Blumenschalen steigen gierige Düfte,
Umschmeicheln unsere Stirnen bleich von Schuld.
Ermattend unterm Hauch der schwülen Lüfte
Wir träumen: Verzeih uns, Maria, in deiner Huld!

Doch lauter rauscht der Brunnen der Sirenen
Und dunkler ragt die Sphinx vor unsrer Schuld,
Daß unsre Herzen sündiger wieder tönen,
Wir schluchzen: Verzeih uns, Maria, in deiner Huld!

*

Ένοχοι εγκλήματος

Μαίνεται η νύχτα στη μεριά π΄έσμιξαν τα φιλιά μας, φοβερίζει,
«Ποιός θα σας σώσει απ΄την ενοχή;», κάποιος μας ψιθυρίζει,
Μα εμείς μες σε γλυκούς σπασμούς μιαρής λαγνείας,
«Συγχώρα μας στη σκέπη σου!», ζητάμε της Μαρίας.

Λαίμαργα αρώματα, άπληστα, τα ανθογυάλια βγάζουν,
Τα ένοχα μας μέτωπα, τα ωχρά, στολίζοντας σκεπάζουν,
Κι εμείς εξαντλημένοι μες στην άχνα πνιγερών ατμών,
Στο όνειρο συγχώρηση ζητάμε της Μαρίας των Ουρανών!

Μα η Σφίγγα μπρος στις τύψεις μας πιο σκοτεινή προβάλλει,
Και των Σειρήνων η πηγή πιο δυνατά παφλάζει,
Ώστε η καρδιά μας πιο άνομη μες σε λυγμούς και πάλι:
«Συγχώρα μας στη σκέπη σου, Μαρία!», της κραυγάζει.

(μτφ.Γ.Κ.) 

Gefällt mir · · Teilen · vor 7 Stunden ·Bearbeitet ·

Constanze John und 4 anderen gefällt das.

Jörg Themistokles Kartakis: Constanze John bitte Georg Heym 
vor 6 Stunden · Gefällt mir

Besänftigung/ Καταλάγιασμα

(Textkette Freistil)

Jayne-Ann Igel: Besänftigung/ Καταλάγιασμα
(Griechisch von Jorgos Kartakis)

Καταλάγιασμα

Ο Ιωάννης προχώρησε πίσω απ΄ τη σόμπα, έφερε τη στάχτη μπροστά
και τη σκόρπισε στο χώρο – στάχτη των Λόγων του Ικεσίες,
σχημάτισε απ΄ αυτήν ένα πουλί, ένα κύκλο

Κι ο Ιωάννης άναψε ένα κερί, κρατώντας το στο ύψος του στήθους βγήκε στο δρόμο,
ένα δρόμο σημαδεμένο απ ΄ των σκυλιών τις υλακές, τις επικηρύξεις,
τα σχέδια από κιμωλία του «κουτσού» των παιδιών

Ξεκίνησε μια λιτανεία, οι ποδόγυροι στροβιλίζονταν αντίθετα
στον άνεμο, ο καπνός σχημάτιζε θόλο πάνω από το κερί , ο Ιωάννης ψιθύριζε
φωνήεντα στο ρυθμό των βημάτων, τρόμαζε με τα δάχτυλα του νυχτερινού εφιάλτη

Ο Ιωάννης έφτασε στο κοιμητήριο των λουλουδιών ντυμένος το μανδύα
του καινούριου φεγγαριού, πλάγιασε το κεφάλι στην ανάσα
μισομαραμένων πασχαλιών – στα πόδια του τη φλόγα –
και σκεπάστηκε με υπολείμματα φύλλων

Ο Ιωάννης έχωσε τα χέρια του στο βούρκο, βρήκε συντρίμμια
και χώμα, ψηλάφησε τα απαλά πέταλα όψιμων γαρύφαλλων,
ο Ιωάννης αποκοιμήθηκε – άνθη ξεπρόβαλαν από το μέτωπο του

*
Besänftigung

Johannes holte die Asche hinterm Ofen hervor & streute sie in die Stube,
Asche seiner Worte Beschwörungen, er bildete einen Vogel aus ihr, einen Kreis

Und Johannes entzündete eine Kerze, trat, diese in Brusthöhe erhoben
auf die Straße, eine Straße, gezeichnet von den Lauten der Hunde, den Steckbriefen
Kreidehimmeln der Kinder

Er begann eine Prozession, die Rockschöße wirbelten rücklings im Wind,
Rauch wölbte sich überm Licht der Kerze, Johannes flüsterte im Tempo
Der Schritte Vokale; erschrak von den Fingern des Nachtmahr

Johannes erreichte den Blumenfriedhof im Gewande des Neumondes,
bettete seinen Kopf in den Atem halbwelken Flieders hinein, zu Füßen die Flamme,
und belud sich mit trockenem Werg

Johannes schob die Hände in den Morast, traf auf Scherben & Erde, befühlte
die Schwammkronen zeitiger Nelken, Johannes schlief ein, Blüten
trieben aus seiner Stirn

Liebe am Horizont

Textkette

1.7.4.4.1.1.1.2.2.1.1.2 ursula krechel: liebe am horizont

Der direkte Weg von Sappho zu Ursula Krechel geht über Thomas Brasch, Miguel Hernández, Peter Hille, Nikola Richter, Marina Zwetajewa, Dieter Roth, Charles Bernstein, Matthias Traxler, Elke Erb, Petr Borkovec und Kerstin Becker.

Nämlich weil mir Kerstin Beckers Brockes-Umschreibung gefiel, gab sie mir Krechel auf. Ich bin noch nicht dazu gekommen, in meiner Bibliothek zu kramen, aber eben bringt mir Facebook ein Gedicht von ihr, das mir sehr gut gefällt und das ich flugs kapere. Dank an Jörg Themistokles Kartakis, der es ins Griechische übersetzte

Ursula Krechel, Έρωτας στον ορίζοντα / Liebe am Horizont
(μτφρ. Γ. Καρτάκης / Deutsch)Ο άντρας έφερε στη ζωή Tης
τρομερή ακαταστασία.
Ξαφνικά τα τασάκια ήταν γεμάτα στάχτη,
καταϊδρωμένα τα σεντόνια που είχαν στρωθεί δυο φορές
και όλα τα ρολόγια πήγαιναν αλλιώς.
Για μερικές εβδομάδες Εκείνη πετούσε
στα σύννεφα,
φίλαγε το φεγγάρι.
Μόνο στο φως της μέρας
άρχισε ο έρωτάς Της να μικραίνει
όλο και πιο πολύ.
Απερίσκεπτα πέταγε αυτός την πετσέτα
-με τα γαλάζια καρό και τη σταυροβελονιά στο μονόγραμμα –
(ευτυχώς δε θα τό΄βλεπε η μάνα Της)
πάνω στη γραφομηχανή.
Σύντομα μπόρεσε
να κλειδώσει τον έρωτά Της σ΄ένα συρτάρι.
Κλεισμένος μες στη σαβούρα
κατέληξε να ξεχαστεί.
Αργότερα, όταν ο άντρας Τη φώναξε,
θά΄θελε νά΄ναι μουγκή.
Όταν Την ξαναφώναξε, ήταν ήδη κουφή.
*
Liebe am Horizont

Der Mann hat eine schreckliche Unordnung
in ihr Leben gebracht.
Plötzlich waren die Aschenbecher voller Asche,
die Laken zweifach benutzt, verschwitzt
und alle Uhren gingen anders.
Einige Wochen lang schwebte Sie
über den Wolken
und küsste den Mond.
Erst im Tageslicht
wurde ihre Liebe
kleiner und kleiner.
Achtlos warf er das Handtuch,
blaukarriert mit dem kreuzgestichelten Monogramm
(wenn das Mutter wüsste)
über die Schreibmaschine.
Bald konnte Sie ihre Liebe
schon in einer Schublade verschließen.
Eingesperrt zwischen Plunder
geriet sie in Vergessenheit.
Später, als der Mann Sie rief,
wünschte Sie, stumm zu sein.
Als er wieder rief, war Sie schon taub.

Roland Erb und 10 anderen gefällt das.
Bildschirmfoto 2014-03-05 um 14.14.08